Ξημερώματα 21ης Απριλίου 2016. Μπορεί ο Παπαδόπουλος και τα τανκς να απέχουν 49 χρόνια από το σήμερα, όμως αυτό δεν εμποδίζει στο να υπάρχουν και να ζουν ανάμεσά μας οι νοσταλγοί της μαύρης επταετίας. Γράφει, ο Κώστας Κουτσαυλής.
Τα ξημερώματα της 21ης Απριλίου του 1967, η Ελλάδα έμπαινε με τα «μπούνια» σε μια από τις πιο σκοτεινές περιόδους της σύγχρονης ιστορίας της. Η ταραγμένη και εύθραυστη «δημοκρατία» της εποχής, έδωσε τη θέση της στον στρατό, με τις ευλογίες (πάντα) της CIA και των Αμερικάνων.
Τα βιβλία ιστορίας, μισό αιώνα αργότερα, αναφέρουν την επέμβαση του Παπαδόπουλου και των ακολούθων του, ως ενέργεια ενός παράφρονα, ο οποίος με το «έτσι θέλω» επέβαλε το χουντικό καθεστώς, καταλύοντας τη δημοκρατία.
Λησμονούν (τεχνηέντως) τα ίδια τα γεγονότα που συνετέλεσαν στην εμφάνιση των τανκς, που προς θεού, δεν κατέκλυσαν τους δρόμους της Αθήνας τυχαία. Η αλλαγή του σκηνικού δεν πραγματοποιήθηκε εν μια νυκτί. Ήρθε προετοιμασμένα, μεθοδευμένα και πέτυχε. Δεν έτυχε.
Το έδαφος για το κίνημα των συνταγματαρχών ήταν πρόσφορο. Είχε φροντίσει να στρωθεί στα μέτρα τους, με τη φανερή και σιωπηλή βοήθεια όλων εκείνων που διαχειρίζονταν τις τύχες της χώρας.
Το τότε πολιτικό σύστημα, τρέκλιζε ανήμπορο να ακολουθήσει τις επιταγές της εποχής, ακροβατώντας μεταξύ στυγνών εγκλημάτων (Λαμπράκης) και αποστασιών (Ιουλιανά).
Ο στρατός, απλά περίμενε την κατάλληλη στιγμή. Περίμενε τον κατάλληλο άνθρωπο, έναν φαινομενικά τρελό, αλλά στην πραγματικότητα πλήρως καθοδηγημένο και δασκαλεμένο (από τους μέσα και τους έξω) άνθρωπο για να τους οδηγήσει. Το timing ήταν το κατάλληλο, η Ελλάδα μπήκε στο γύψο με συνοπτικές διαδικασίες.
Τι έκαναν όμως οι τότε ισχυροί; Ο βασιλιάς, αφού συνειδητοποίησε πως δεν είχε την απαραίτητη δύναμη για να χειραγωγεί την πολιτική ζωή της χώρας, κατά τις πλήρεις επιταγές του, είδε στο πρόσωπο του Παπαδόπουλου τον τέλειο σύμμαχο. Όταν κατάλαβε πως ούτε εκείνος θα μπορούσε να του προωθήσει τα συμφέροντά του, προσπάθησε να τον... ανατρέψει ανεπιτυχώς.
Οι πολιτικοί αρχηγοί, αφού πέρασαν κάποιες επισκέψεις στα κρατητήρια, η νέα καθεστηκυία τάξη τους εξασφάλισε τη διαμονή τους στο εξωτερικό. Είχε στο μυαλό της πως, όταν στηθεί πλήρως στα πόδια της, πολλοί από αυτούς θα μπορούσαν να τους φανούν χρήσιμοι.
Λίγο καιρό μετά, οι πρώην δημοκρατικά εκλεγμένοι «άρχοντες» ξεκίνησαν τον αντιδικτατορικό «αγώνα» τους από την ασφάλεια που τους παρείχαν τα ένδοξα Παρίσια και τα Λονδίνα.
Σε ένα σκηνικό που φάνταζε το απόλυτο deja-vu με τις μέρες του 1941, όταν η συντριπτική πλειοψηφία του πολιτικού κόσμου αυτομόλησε προς το Κάιρο (πλην Λακεδαιμονίων), αφήνοντας έναν λαό στη μοίρα του.
Η γενιά των (προσωρινά) ηττημένων του εμφυλίου, προσπαθούσε με όλες τις τις δυνάμεις να ορθοποδήσει, αντιμετωπίζοντας ένα ανελέητο παιχνίδι «πινγκ πονγκ» μεταξύ φυλακών και ολοκληρωτικής απομόνωσης από τα κοινά. Το μπαλάκι προφανώς ήταν οι ίδιοι...
Αυτός που πραγματικά την πλήρωσε ήταν ο ίδιος ο λαός, στη συντριπτική πλειοψηφία του. Το καθεστώς δεν έκανε διακρίσεις.
Για να τιμωρηθεί κάποιος, δε χρειαζόταν να στιγματιστεί ως κομμουνιστής ή αριστερός. Για εκείνους εξάλλου, η τιμωρία ήταν επί μια εικοσαετία συνεχής και αδιάλειπτη, είτε με Παπάγο είτε με Πλαστήρα είτε με Κανελλόπουλο είτε με Παπαδόπουλο.
Για να τιμωρηθεί κάποιος, δε χρειαζόταν να στιγματιστεί ως κομμουνιστής ή αριστερός. Για εκείνους εξάλλου, η τιμωρία ήταν επί μια εικοσαετία συνεχής και αδιάλειπτη, είτε με Παπάγο είτε με Πλαστήρα είτε με Κανελλόπουλο είτε με Παπαδόπουλο.
Αρκούσε μόνο να είναι δημοκράτης κάποιος για να δώσει την ευκαιρία που τόσο ζητούσε η ασφάλεια, ώστε να του φτιάξει έναν μεγαλοπρεπέστατο φάκελο. Οι συνέπειες για τους άτυχους ήταν αρκετές. Από την απλή κατσάδα μέχρι τη φάλαγγα και τον θάνατο. Γιατί τους πραγματικούς εχθρούς τους, οι συνταγματάρχες τους τσάκιζαν δεν τους άφηναν ανέγγιχτους.
Όσο λοιπόν οι εξόριστοι έδιναν συμβουλές και κουράγιο στον δοκιμαζόμενο ελληνικό λαό, καραβάνια πήγαιναν και έρχονταν προς τα «μέρη αναψυχής» (που έλεγε ευθαρσώς και ο Παττακός). Η Μακρόνησος, η Γυάρος, ο Ωρωπός άνοιξαν ξανά μαζικά τις πύλες τους. Για την ακρίβεια δεν είχαν κλείσει και ποτέ. Σε εκείνα τα μέρη στέναζε η πραγματικά ελεύθερη Ελλάδα του τότε...
Μέσα στην κοινωνική σύνθεση του τότε, υπήρξαν και οι συνεργάτες των Χουντικών. Άνθρωποι οι οποίοι είχαν, ή απέκτησαν προσωπικό συμφέρον χάρη στα αλισβερίσια με το καθεστώς. Εκείνοι ήταν απόγονοι των μαυραγοριτών της Κατοχής.
Στο μέλλον γέννησαν και αυτοί με τη σειρά τους «τάγματα νοσταλγών», έτσι για να μη χαθεί η αλυσίδα. Μιλάω για τον πατέρα του Νίκου, του Ηλία, του Χρήστου, της Ελένης. Εκείνων που κάθονται σε τούτη τη γωνιά της βουλής, στολίζοντας με άπλετο μίσος και απροκάλυπτο φασιστικό λόγο, τα πεπραγμένα του σήμερα.
Εκείνων που πρόλαβαν ήδη να βάψουν τα χέρια τους με αίμα. Το αίμα του Παύλου Φύσσα. Εκείνων που τάζουν δουλειά μόνο για Έλληνες μεν, αλλά για ένα ξεροκόμματο ψωμί των 15 και 18 ευρώ μεροκάματο. Εκείνων που διατείνονται οτι είναι εθνικιστές, αλλά αβαντάρουν πάσης φύσεως επενδύσεις (βλέπε λιμάνι Πειραιά).
Η επέτειος της επιβολής της δικτατορίας φαντάζει τόσο μακρινή, αλλά παράλληλα είναι τόσο μα τόσο επίκαιρη. Οι σκιές του Παπαδόπουλου, του Παττακού, του Μακαρέζου και των λοιπων είναι ακόμα ζωντανές τριγύρω σου.
Τα φαντάσματα των συνταγματαρχών ζουν και βασιλεύουν, δυστυχώς ακόμη ακμαία. Τους βλέπεις, τους ακούς, τους νιώθεις να σκαρφαλώνουν απειλητικά στον κόρφο σου, σαν φίδια. Είναι εδώ και παίζουν κάποιο συγκεκριμένο ρόλο, για τον οποίο επιβραβεύονται από το ίδιο το σύστημα που τους «κυνηγά» που και που για τα μάτια του κόσμου.
Τα φαντάσματα των συνταγματαρχών ζουν και βασιλεύουν, δυστυχώς ακόμη ακμαία. Τους βλέπεις, τους ακούς, τους νιώθεις να σκαρφαλώνουν απειλητικά στον κόρφο σου, σαν φίδια. Είναι εδώ και παίζουν κάποιο συγκεκριμένο ρόλο, για τον οποίο επιβραβεύονται από το ίδιο το σύστημα που τους «κυνηγά» που και που για τα μάτια του κόσμου.
Μπορεί να μην έχουμε δει ακόμα την πλήρη έκφραση της δράσης τους. Το σίγουρο είναι πως για να υπάρχουν ανάμεσα μας, σημαίνει πως τους χρειάζονται, όπως χρειάστηκαν κάποτε τους πατεράδες και τους παππούδες τους...

0 σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου